364



Ήταν Τρίτη 10 Μαρτίου του 2020, όταν πήγα βράδυ στο σχολείο, για να πάρω τα βιβλία μου από το ντουλαπάκι μου, ενόψει της απαγόρευσης κυκλοφορίας. Ο όροφος του γυμνασίου και του λυκείου ήταν άδειος, σκοτεινός. Κοίταξα γύρω μου με αμηχανία· πρώτη φορά βρισκόμουν ολομόναχη εκεί. Ποιός ήξερε πότε θα επέστρέφα πάλι;

«Τηλεκπαίδευση», για εμένα, σημαίνει απομόνωση· σημαίνει να μην βλέπεις τον καθηγητή σου από κοντά, να μη τρέχεις να προλάβεις το σχολικό, να μη βγαίνεις διάλειμμα, να μη γελάς, να μην αγκαλιάζεις τον φίλο σου, να μη σου κάνουν παρατήρηση επειδή μιλάς μαζί του την ώρα του μαθήματος…

Παρ’ όλα αυτά, ένιωσα τυχερή. Εκτίμησα το σπίτι, το δωμάτιο, τον υπολογιστή, την οικογένεια και τους φίλους από τη γειτονιά μου. Αλλά ένιωσα λύπη για τις φιλίες που δεν άντεξαν στην απόσταση και αποδείχτηκαν εντελώς επιφανειακές… Κάποιοι «φίλοι», είναι μάλλον γνωστοί που το μόνο που μας ενώνει είναι το σχολείο…

Το καλοκαίρι ήταν ένα διάλειμμα από αυτήν την παράνοια . Άρχισε επιφυλακτικά, με τα πρώτα μπάνια στις παραλίες της Αθήνας. Τελείωσε όμως, με αξέχαστες εμπειρίες, νέες γνωριμίες, νέα μέρη και πολλή αισιοδοξία για το μέλλον. Πραγματικά, νόμιζα ότι η μπόρα είχε περάσει…

Όταν ήρθε, όμως, το Φθινόπωρο βροχερό, φοβήθηκα τον διπλανό μου στο λεωφορείο και στο σχολείο, τον μπροστινό μου στην ουρά των μαγαζιών, την ίδια μου την αδερφή και τη μητέρα, που είχαν επαφές με πολύ κόσμο. Όχι από μικροψυχία, άλλα από έγνοια για τους γύρω μου. Ήξερα πως αν κολλούσα θα επηρέαζα όχι μόνο τη δική μου, αλλά και τη ζωή όσων είχα δει τις τελευταίες μέρες: των συγγενών, των φίλων και των συμμαθητών μου.

Δοκιμάστηκαν, στην συνέχεια, περισσότερο από ότι την Άνοιξη, οι αντοχές μας σε σχέση με τις συνταγματικές μας ελευθερίες. Όλοι αισθανθήκαμε τον περιορισμό της ελευθερίας μας. Πολλοί έκριναν ότι αυτό ήταν απαράδεκτο. Άλλοι ότι ήταν αναγκαίο για τη διασφάλιση της ευημερίας μας. Τελικά, καμία αξία -ακόμα και εκείνη της ελευθερίας- δεν είναι πιο πολύτιμη από αυτή της ζωής

Βέβαια, η πάλη και η διεκδίκηση δικαιωμάτων δεν είχαν εκπτώσεις. Πράγματι, δεν είναι λίγοι εκείνοι που διακινδύνευσαν τη ζωή τους για να υποστηρίξουν ορισμένα ιδανικά, παρά την απαγόρευση της κυκλοφορίας.

Οι γιορτές; Αυτό κι αν ήταν κάτι καινούργιο. Θα περίμενε κανείς ότι θα με έθλιβε που δεν πήγαμε με την οικογένειά μου, όπως συνηθίζουμε την Πρωτοχρονιά, σε κάποιο μεγάλο ρεβεγιόν. Ωστόσο, εκείνη την ημέρα δε σκεφτόμουν αυτό. Χαιρόμουν που είχαμε τη δυνατότητα να περάσουμε την αλλαγή του χρόνου σε ένα γειτονικό σπίτι, να βάλουμε τα «καλά» μας, να ακούσουμε μουσική, να παίξουμε σκάκι, χαρτιά και να γελάσουμε. Ήταν μια δόση «κανονικότητας».

Δευτέρα, 364η ημέρα ύστερα από την πρώτη ολική απαγόρευση, η ημέρα που γράφω αυτό το κείμενο.

Η ελευθερία τελικά δεν είναι δεδομένη. Μεγαλωμένη με πολλές ελευθερίες, δεν είχα φανταστεί ποτέ να μην μπορώ να βγω από το σπίτι μου ό,τι ώρα θέλω ούτε να μη γίνεται να συναντηθώ με φίλους από άλλες περιοχές. Βρέθηκα βράδια να έχω βγει με παρέα μετά τις 9 και να αισθάνομαι πιο ζωντανή από ποτέ.

Ούτε η ζωή των ανθρώπων είναι δεδομένη. Είμαστε πιο ευάλωτοι από ότι θέλουμε να νομίζουμε. Το μέλλον δεν είναι προβλέψιμο, αφού υπάρχει το απρόβλεπτο της ζωής. Δε μας έκρυβαν τι θα πρόκυπτε την επόμενη ημέρα, απλά δεν ήξεραν.

Φάνηκε περισσότερο από ποτέ ότι οι άνθρωποι οδηγούμαστε από την καρδιά και όχι από το μυαλό. Κι ας ξέραμε ότι ο ιός σκοτώνει, βρίσκαμε αφορμές να βγούμε από το σπίτι. Συνήθειες της καθημερινότητας, όπως το να πάει κάποιος στην τράπεζα, να πετάξει τα σκουπίδια, να πάει στο σούπερ μάρκετ ή να βγάλει βόλτα τον σκύλο, απέκτησαν ξαφνικά τόση αξία…

Επιβεβαιώθηκε εξίσου ότι η ρουτίνα σκοτώνει κάθε αίσθηση του χρόνου. Τα ρολόγια έλιωσαν ή ο χρόνος έτρεχε πιο γρήγορα από ποτέ;

Το συναρπαστικό είναι, ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα την ανάγκη να μετρήσω τόσο απόλυτα τον χρόνο, να αθροίσω ημέρες… 364 ημέρες θανάτων, φόβου, δυστυχίας και απομόνωσης. Δεν έχουμε δει ακόμη τίποτα.